Τυχαία προβολή

6/random/ticker-posts

Ο Λαϊκισμός των αρίστων, σε «δημοκρατία» εξαιρέσεων σε άριστους και άλλους, σε μια τυραννία σοβαρότητας.



Τριλογία

Ο Λαϊκισμός των Αρίστων, σε «δημοκρατία» εξαιρέσεων σε άριστους και άλλους, σε μια Τυραννία Σοβαρότητας.

Μια χώρα που χρεοκόπησε με σοβαρότητα.
Ένας λαός που κατηγορήθηκε επειδή πίστεψε.
Και μια ελίτ που αυτοχρίστηκε σωτήρας, καταγγέλλοντας διαρκώς τις «υπερβολές» των υπολοίπων.
Η λέξη λαϊκισμός έγινε ρόπαλο όχι έννοια.
Η σοβαρότητα, άλλοθι όχι αρετή.

Σε τρία σύντομα δοκίμια, επιχειρώ να ιχνηλατήσω το ψεύδος που θεμελίωσε μια ολόκληρη μεταμνημονιακή αφήγηση:
ότι δεν φταίνε τα έργα, αλλά τα λόγια.
Όχι οι πράξεις, αλλά τα πάθη.
Όχι οι εξουσίες, αλλά οι ψευδαισθήσεις των πολλών.

Κι έτσι, όσοι μας κυβέρνησαν και μας κυβερνούν παραμένουν στο απυρόβλητο.
Με το πιο κομψό ψέμα απ’ όλα:
ότι μας σώζουν από τον εαυτό μας.

Ένα κρίσιμο φαινόμενο του δημόσιου λόγου: Η εργαλειοποίηση του όρου «λαϊκισμός» ώστε να απορρίπτεται προκαταβολικά κάθε αντίθετη άποψη, ιδίως όταν εκφράζει κοινωνική δυσαρέσκεια ή ασκεί κριτική στην εξουσία.

Η «αριστοκρατία της γνώμης» – δηλαδή οι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως άριστοι, προσπαθεί να περιχαρακώσει τον δημόσιο διάλογο. Το κάνουν αυτό βαφτίζοντας λαϊκιστική οποιαδήποτε φωνή απευθύνεται στον «λαό» και στο έθνος, χωρίς να συμμορφώνεται με την κυρίαρχη αφήγηση. Έτσι, η έννοια του «λαϊκισμού» μετατρέπεται από αναλυτικό εργαλείο σε όπλο απονομιμοποίησης.

Τα τελευταία χρόνια, μια παράξενη αντιστροφή έχει εδραιωθεί στον δημόσιο λόγο: όσοι επικαλούνται την αριστεία, απορρίπτουν κάθε αντίθετη φωνή ως «λαϊκιστική». Η λέξη «λαϊκισμός» δεν περιγράφει πια ένα πολιτικό ύφος ή μια στρατηγική προσέγγισης. Έχει μετατραπεί σε σφραγίδα εξορκισμού. Δεν συμφωνείς; Είσαι λαϊκιστής. Διαφωνείς με τις επιλογές της κυβέρνησης; Είσαι δημαγωγός. Τολμάς να μιλήσεις για κοινωνική ανισότητα, για τον παραγκωνισμό των πολλών, για τις ανάγκες των «απ’ έξω»; Είσαι επικίνδυνος, σχεδόν γραφικός.

Στον τόπο μας, αυτός ο μηχανισμός έχει ονοματοδοτηθεί: λέγεται «αριστεία». Όχι ως καλλιέργεια της αρετής (αρετής όχι μόνο ακαδημαϊκής, αλλά και πολιτικής, ηθικής, ανθρώπινης), αλλά ως τίτλος ιδιοκτησίας του λόγου. Μια μικρή ελίτ, αυτοπροσδιοριζόμενη ως «οι άριστοι», οικειοποιείται την ορθότητα, τη λογική, την επιστήμη, την πραγματικότητα. Όλα τα άλλα είναι «θυμικά ξεσπάσματα», «αναχρονισμοί», «προβληματικά αφηγήματα». Και βεβαίως, όλα καταλήγουν στον ίδιο κάλαθο: λαϊκισμός.

Αυτή η ρητορική δεν είναι απλώς ρηχή. Είναι βαθύτατα αντιδημοκρατική. Διότι τι είναι, τελικά, ο δήμος, αν όχι η πολλαπλότητα απόψεων, η σύγκρουση συμφερόντων, η ανάγκη για αντιπροσώπευση; Αν απορρίπτεις ό,τι δεν σου μοιάζει ως λαϊκιστικό, δεν διαλέγεσαι, εξουσιάζεις. Και αν απολυτοποιείς την τεχνοκρατία εις βάρος της πολιτικής, δεν διορθώνεις το σύστημα, το ευνουχίζεις.

Η αλήθεια είναι πως η κοινωνία έχει κάθε λόγο να δυσπιστεί. Να φωνάζει. Να αμφισβητεί. Δεν πρόκειται για «εύκολες απαντήσεις» ούτε για «ξύλινο λόγο». Πρόκειται για επιβίωση. Όταν ο συνταξιούχος δυσκολεύεται να πληρώσει το ρεύμα, όταν ο νεαρός φεύγει μετανάστης, όταν η εργασία ευτελίζεται και η παιδεία απαξιώνεται, δεν φταίει ο λαϊκισμός, φταίει η πραγματικότητα. Κι αν αυτή η πραγματικότητα πονάει, δεν θα την θεραπεύσουμε με φίμωση.

Ας μην ξεχνάμε ότι η ίδια η Δημοκρατία είναι ένα σύστημα λαϊκό. Από τον δήμο ξεκινά. Και η κριτική, όσο ενοχλητική κι αν είναι, δεν είναι απειλή, είναι οξυγόνο. Ο αληθινός «άριστος» δεν κατασκευάζει σιωπή, αντέχει στον αντίλογο.

Το Χρέος των Άλλων

Έχει γίνει σχεδόν τελετουργικό: κάθε φορά που επανέρχεται η συζήτηση για τη χρεοκοπία είτε ως παρελθόν, είτε ως φάντασμα του μέλλοντος, οι «άριστοι» επιστρατεύουν έναν ένοχο πρόχειρο και βολικό: τον λαϊκισμό. Όχι τον δικό τους, φυσικά. Των άλλων. Εκείνων που τόλμησαν να μιλήσουν με συναισθηματισμό, να αμφισβητήσουν τις «αναγκαίες μεταρρυθμίσεις», να υποσχεθούν κάτι διαφορετικό από τον ζουρλομανδύα της λιτότητας.

Μας το επαναλαμβάνουν αδιάκοπα, σχεδόν με ανακούφιση: «Η Ελλάδα χρεοκόπησε επειδή κυριάρχησε ο λαϊκισμός». Το αφήγημα είναι απλό, σχεδόν σαγηνευτικό: κάποιοι ανεύθυνοι υποσχέθηκαν τα πάντα στους πάντες, διόγκωσαν το Δημόσιο, μοίρασαν επιδόματα, καθήλωσαν την παραγωγικότητα, και όταν ήρθε ο λογαριασμός, δεν υπήρχε πια φιλότιμο για να τον πληρώσουμε. Οι λαϊκιστές λοιπόν – αυτοί φταίνε. Όχι το σύστημα, όχι οι δομές, όχι τα δάνεια που έρρεαν άνευ όρων, όχι οι τράπεζες, όχι η ανοχή των ευρωπαϊκών θεσμών – οι άλλοι.

Μα ποιοι είναι αυτοί οι «άλλοι»; Και γιατί ποτέ δεν είναι οι ίδιοι; Όταν μιλάμε για χρέος, για διαφθορά, για πελατειακές σχέσεις, το δάχτυλο στρέφεται με ευκολία προς τον λαό – όχι προς τους διαχειριστές της εξουσίας. Όταν η κακοδιαχείριση έγινε πολιτικό σύστημα, όταν η ΕΕ χρηματοδοτούσε επί δεκαετίες προγράμματα που έγιναν πισίνες, κουμπαριές και μίζες, δεν υπήρχε λαϊκισμός; Ή μήπως ήταν ένας τεχνοκρατικός λαϊκισμός, μεταμφιεσμένος σε σοβαρότητα και ευρωπαϊσμό;

Ο «λαϊκισμός των άλλων» είναι το αγαπημένο σκιάχτρο του σημερινού κατεστημένου. Αν κάτι πάει στραβά, φταίνε οι προηγούμενοι. Αν κάτι δεν φτιάχνεται, φταίνε οι προσδοκίες του λαού. Αν ο κόσμος δεν αντέχει άλλο, φταίει που κάποτε τον άφησαν να ελπίσει. Η ελπίδα, βλέπετε, είναι ύποπτη. Μπορεί να ξυπνήσει συνειδήσεις.

Αλλά αυτό το αφήγημα δεν είναι μόνο κουραστικό, είναι και επικίνδυνο. Διότι αν η αιτία της κρίσης εντοπίζεται μόνο σε ψυχολογικούς ή επικοινωνιακούς όρους (π.χ. «μας εξαπάτησαν οι δημαγωγοί»), τότε δεν υπάρχει λόγος να αλλάξει τίποτα στη δομή του κράτους, στην ταξική μεροληψία της οικονομίας, στις βαθύτερες αιτίες της ανισότητας. Αν φταίνε τα λόγια, όχι τα έργα, τότε συνεχίζουμε με τα ίδια έργα, απλώς με διαφορετικά λόγια. Λιγότερο λαϊκίστικα. Πιο «σοβαρά». Πιο κομψά.

Μόνο που οι κομψές λέξεις δεν τρώνε. Ούτε πληρώνουν λογαριασμούς. Ούτε χτίζουν μέλλον.

Το χρέος λοιπόν το οικονομικό, αλλά και το ηθικό δεν είναι των «άλλων». Είναι κοινό. Και η αλήθεια του, όσο δυσάρεστη κι αν είναι, δεν θα πάψει να επιστρέφει. Όχι από εκδίκηση. Από ανάγκη.

Η Σοβαρότητα ως Λαϊκισμός των Αρίστων

Έλεγαν πως μας χρειάζεται σοβαρότητα. Υπομονή. Θεσμική ωριμότητα. Όχι φωνές, όχι αντιδράσεις, όχι εύκολες λύσεις. Οι σοβαροί ήρθαν, ανέλαβαν, διαχειρίστηκαν. Και τι έκαναν; Υπέγραψαν μνημόνια, πούλησαν ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, ΟΤΕ, ακτές και σιδηρόδρομους, διόρισαν «δικά τους παιδιά», έστησαν απευθείας αναθέσεις, διέλυσαν δημόσια υγεία και παιδεία. Πάντα με περίσσια σοβαρότητα.

Και τώρα, όταν όλα φαίνονται στάσιμα, όταν οι νέοι συνεχίζουν να φεύγουν, όταν οι τιμές πετούν κι οι μισθοί μένουν, μάς λένε πάλι: «μην επιστρέψουμε στον λαϊκισμό». Σαν να είναι ο λαϊκισμός ένα τέρας πίσω από την κουρτίνα, κι όχι το άλλοθι που στήριξε δεκαετίες αποτυχίας.

Ας το πούμε καθαρά: η επίκληση της σοβαρότητας έχει γίνει ο πιο αποτελεσματικός λαϊκισμός. Ένας λαϊκισμός άνευ παθών, χωρίς συνθήματα αλλά με PowerPoint. Χωρίς πλατείες αλλά με «δεξαμενές σκέψης». Ένα τεχνοκρατικό νανούρισμα, που επαναλαμβάνει μονότονα ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική». Η φτωχοποίηση βαφτίζεται «μεταρρύθμιση». Η υποταγή, «ευρωπαϊκή προσαρμογή». Η απελπισία, «πολιτική σταθερότητα».

Αυτό δεν είναι σοβαρότητα. Είναι διαχείριση της ήττας. Και το χειρότερο: διαχείριση της σιωπής.

Γιατί ο λαϊκισμός, λένε, υπόσχεται τα πάντα. Αλλά κι αυτοί δεν υπόσχονται τίποτα. Μόνο την επιμήκυνση της αδράνειας. Την ανακύκλωση της μιζέριας. Την καθησυχαστική μετριότητα ως εθνικό αφήγημα.

Κι ίσως τελικά αυτή να είναι η πιο επικίνδυνη δημαγωγία: εκείνη που φοράει κοστούμι, μιλάει αργά, χρησιμοποιεί ξενόφερτους όρους και υπόσχεται «κανονικότητα», όταν όλα γύρω μας κραυγάζουν πως η κανονικότητα πέθανε.

Αν λοιπόν υπάρχει ελπίδα, δεν θα έρθει από εκείνους που καταγγέλλουν τον λαϊκισμό, αλλά από εκείνους που τολμούν να μιλήσουν με πάθος. Όχι για να γυρίσουν πίσω, αλλά για να πάνε αλλού. Σε κάτι που να μοιάζει με δικαιοσύνη, που να είναι δικαιοσύνη.
Example Image 

Υπογραφή 🙏 Αν σου άρεσε αυτό το άρθρο και θέλεις να στηρίξεις τη δουλειά μου,
μπορείς να κάνεις μια μικρή συνεισφορά μέσω Ko-fi.
Στήριξέ με στο Ko-fi

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια