Ο Άργος, η Τσιτσολίνα κι εγώ
Ένα μικρό ηρωικό έπος με σάλτα, νυχιές και παπούτσιατου ΔΙΚΤΥΟΥΡΓΟΥ
Πρόλογος
Στην αρχή ήταν το χάος. Μετά, το χάος απέκτησε νύχια και γατίσια περιφρόνηση: την Τσιτσολίνα. Έπειτα ήρθε και η χαρά με τέσσερα πόδια και αυτιά σαν πιάτα: ο Άργος. Και κάπου εκεί ανάμεσα, εγώ. Ο άνθρωπος. Το ενδιάμεσο. Ο διαμεσολαβητής ανάμεσα σε δύο κόσμους που δεν καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον, αλλά πρέπει να συμβιώσουν.
Κεφάλαιο 1: Το σάλτο της αγάπης
Ήταν μια ήσυχη ημέρα. Εγώ καθόμουν με τον καφέ μου. Η Τσιτσολίνα στον καναπέ, με βλέμμα ανωτερότητας τύπου «εγώ είμαι εδώ για να διακοσμώ». Ο Άργος, από την άλλη, είχε βάλει στόχο να την πλησιάσει. Να τη γνωρίσει. Να παίξουν. Να γίνουν φίλοι. Ή, τέλος πάντων, να της δώσει ένα γλείψιμο και να φύγει.
Χαμήλωσε τα μπροστινά του πόδια σαν βάτραχος πριν το άλμα. Σήκωσε πίσω μεριά. Πήρε φορά. Κι έκανε το μεγάλο σάλτο. Ένα σάλτο αγάπης. Ένα σάλτο ελπίδας.
Η Τσιτσολίνα, ασάλευτη, σαν ιερό άγαλμα αιγυπτιακής θεάς. Μόνο που οι θεές δεν αφήνουν σκυλιά να τους γλείφουν τον λαιμό.
Τσακ! Τσουκ! Η σφαλιάρα ήρθε πριν το γλείψιμο.
Με νύχια.
Με χάρη.
Με την ταχύτητα του φωτός.
Ο Άργος σταμάτησε απότομα και κάθισε πίσω, παραξενεμένος.
Τον είδα να σκέφτεται:
«Μα ήθελα μόνο να παίξουμε…»
Κι εγώ, γελώντας, έκανα το αιώνιο λάθος:
«Τσιτσολίνα, όχι έτσι βρε! Δείξε λίγη αγάπη στον Άργο! Είναι το αδερφάκι σου!»
Με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που λέει:
"Εσύ να του δώσεις φιλάκι. Εγώ έχω παρελθόν."
Κεφάλαιο 2: Το παπούτσι της ειρήνης
Ο Άργος δεν το έβαλε κάτω. Ήθελε να συμφιλιωθούν. Να δείξει στην Τσιτσολίνα πως έχει καλή καρδιά. Πως δεν είναι εχθρός. Πως, τελοσπάντων, αξίζει μία μυτούλα.
Κι έτσι συνέλαβε το σχέδιο. Το τέλειο δώρο.
Το δεξί μου παπούτσι.
Το πήρε από το χολ. Το έκρυψε πίσω από τον καναπέ. Και όταν είδε την Τσιτσολίνα να ανεβαίνει στο τραπέζι με το ύφος "δεν αγγίζω το δάπεδο, είμαι ανώτερη", έκανε την κίνηση.
Πλησίασε χοροπηδώντας και άφησε το παπούτσι μπροστά της.
Έπειτα κάθισε με τη γλώσσα έξω.
Το βλέμμα του: «Για σένα.»
Η Τσιτσολίνα το κοίταξε σαν να της πρόσφεραν βραστό λάχανο σε κρυστάλλινη πιατέλα.
Και μόλις πήγε να τη γλείψει...
ΠΑΦ!
Άλλη μία επική σφαλιάρα.
Το παπούτσι εκσφενδονίστηκε. Ο Άργος έκανε πίσω.
«Τσιτσολίνα!» φώναξα εγώ. «Τι είναι αυτά; Του έφερε δώρο! Θέλει να σε καλοπιάσει!»
Με κοίταξε πάλι.
"Ας μου φέρει κανα κοψίδι. Και να μη γλείφει."
(Ή: Πώς να μην κλέψεις λιχουδιά όταν έχεις γάτα για συναγερμό)
Η νύχτα ήταν ήσυχη. Πολύ ήσυχη. Ύποπτα ήσυχη.
Εγώ κοιμόμουν, ονειρευόμενος κάτι κοψίδια και μια παραλία με όμορφες νεράϊδες.
Η Τσιτσολίνα κοιμόταν κουλουριασμένη πάνω στο θερμοσίφωνα, ακίνητη σαν σαμιαμιδάκι.
Ο Άργος όμως… σχεδίαζε.
Έχει καταλάβει, ο άτιμος, πού κρύβω τις λιχουδιές. Στο πάνω ντουλάπι, πίσω από τα μακαρόνια.
Σκέψου τώρα σκύλο που κάνει νοητικό σχέδιο μάχης. Ψάχνει διαδρομές, εκτιμά ύψη, ελέγχει προσβασιμότητα και σχεδιάζει υποχώρηση. Θα 'λεγε κανείς πως ήταν ο Καντάφι των Κροκετών.
Στις 02:17 βραδινή ώρα:
Ανεβαίνει στο σκαμνάκι της κουζίνας.
Τραβάει με το πόδι μια πετσέτα που έχεις αφήσει πρόχειρη.
Βάζει μπροστά τον μεταλλικό κουβά σαν σκαλοπάτι.
Σηκώνεται στις μύτες.
Κι εκείνη τη στιγμή…
«ΤΣΙΡΡΡΡΡΡΡΡΡ!»
Η σακούλα των κροκετών ξυπνά την Τσιτσολίνα. Αλλά δεν την ξυπνά απαλά.
Την ξυπνά με θόρυβο νυχτερινής εισβολής.
Και τότε γίνεται το εξής:
Η Τσιτσολίνα, χωρίς να ανοίξει καν τα μάτια, κάνει ένα ρεφλέξ…
ΠΑΦ! ΣΦΑΛΙΑΡΑ ΣΤΟ ΜΑΓΟΥΛΟ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥ!
ΠΑΦ ΔΕΥΤΕΡΗ!
Ο Άργος κατεβαίνει πανικόβλητος. Τρέχει στο σαλόνι με τη σακούλα στο στόμα, κάνει ένα γλίστρημα στον διάδρομο, και σκάει πάνω στο παπούτσι μου.
Ξυπνάω απότομα. Βλέπω μπροστά μου:
Σκύλο με βλέμμα «δεν ήμουν εγώ».
Γάτα με βλέμμα «ήταν αυτός».
Κροκέτες στο πάτωμα.
Εμένα να σκέφτομαι: «Ζω μόνος ή με σενάριο του Γούντι Άλεν;»
«Καλά πάτε!» φώναξα. «Θα γράψω βιβλίο στο τέλος!»
Με κοίταξαν κι οι δύο.
Η Τσιτσολίνα νιαούρισε σαν να λέει "γράψε, αλλά μη μας βάλεις με κακό όνομα."
Ο Άργος πήρε την κροκέτα και την άφησε μπροστά της. Ξανά.
Κι εγώ άρχισα να γελάω.
Γιατί... φαίνεται πως, στον δικό μας μικρό κόσμο, κάθε μάχη είναι και μια μορφή αγάπης.
Επίλογος
Κάπου ανάμεσα σε σάλτα, σφαλιάρες και παπούτσια, γεννιέται το παράξενο παραμύθι της συγκατοίκησης.
Ο Άργος δεν παραιτείται.
Η Τσιτσολίνα δεν ξεχνά.
Εγώ... απλώς πλένω πατώματα και γελάω.
Γιατί, τελικά, δεν χρειάζεται να συμφωνούν πάντα όλοι στο σπίτι.
Αρκεί να μην δαγκώνονται.
Κι όταν το παπούτσι φεύγει… να μη βρίσκει την τηλεόραση.

Ο Άργος είναι ο τετράποδος σύντροφος πίστης, βλέμματος και σιωπής. Δεν γράφει, δεν μιλά — αλλά καταλαβαίνει. Δείτε όλες τις εμφανίσεις του στο blog, εδώ.


🙏 Αν σου άρεσε αυτό το άρθρο και θέλεις να στηρίξεις τη δουλειά μου,
0 Σχόλια
Παρακαλούμε σχολιασμούς επί της ουσίας.
Τα σχόλια σας δεν περνάν από έλεγχο γιατί πιστεύουμε ότι δεν θα θίγουν κάποιον προσωπικά με βρισιές και συκοφαντίες.
Τέτοιου είδους σχόλια δεν περνάν από έλεγχο, αλλά θα διαγράφονται μετά την δημοσίευση.
Παρακαλούμε να γράφετε σε πεζά και όχι κεφαλαία
-------------------------------------------------------------------------
Οι απόψεις του ιστολογίου δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτουν με τα περιεχόμενα στου άρθρου.
Ο ΔΙΚΤΥΟΥΡΓΟΣ ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα - αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω, φόρμας επικοινωνίας.
Ευχαριστούμε